αγκιά(τα) ουσ. = τα κατσαρολικα
αράδα (η) ουσ. = η σειρα
απόλκιε (γ’ προσ. ρημα) = απελυσε
απόλκα τα μλάρια (μεταφ) = εκανα εμετο
αγκίδα (η) ουσ. = η κοπελα
απόπατος (ο) ουσ. = η τουαλετα
αγλίκαντο (το) ουσ. = ο ξινος ανθρωπος
άλιε (επιρ.) =εκφραση θαυμασμου
αγρόσκυλο (το) ουσ. =ο ασβος
αντάρα (η) ουσ. =η ομιχλη
άρκλα (η) ουσ. =το ντουλαπι
απλοούμαι (ρημ) =απαντω
αμπόλια (η) ουσ. =η πετσετα
ανεμούζι (το) ουσ. =η δυσφημηση
αστρέχα (η) ουσ. =η υδροροη
βιρός (ο) ουσ. =η δεξαμενη νερου
βρουνταλίθρα (η) ουσ.= η σαλαμανδρα
βιτούλι (το) ουσ.= η μικρη κατσικα
βλισίδι (το) ουσ. =ο πλουτος
γκαζεπι (το) ουσ. = η δυνατη βροχη
γκαμπουλα (η) ουσ. =η ανταρα
γκουσταριτσα (η) ουσ.= η σαυρα
γκούλα (εκφρ) =ζεστασια
γκουνταλιέμαι (ρημα) = γαργαλιεμαι
γκιζιρνώ (ρημα) =περιφερομαι
γκαντινάτσος (ο) ουσ. =το πομολο
γκλαβανή (η) ουσ. =το πορτακι
γκαβός (ο) επιθ. = ο τυφλος
γκόλιος (ο) επιθ.. =ο γυμνος
γκολιαπόδαρος (ο) επιθ.. =ο ξυπολητος
γκουλιαμπιέμαι (ρημ.) =πλενομαι
γοντζιές (ο) ουσ. =το τριφυλλι
γκόρτσο (το) ουσ. =το αχλαδι
γκιρλώθκα (ρημ) =πνιγηκα
γκλάβα (η) ουσ.= το μυαλο
γκιλνιέμαι (ρημ) =κατρακυλω
γλιστρανιά (η) ουσ. =η μεγαλη κατηφορα
γκαρ (το) ουσ. =το μικροτερο παιδι
γκριτσίνι (το) ουσ.=καλαμποκι χωρις σπορια
γρατσαλνιάω (ρημ) =γρατσουναω
γκορντόναβες (οι) επιθ =οι μεγαλες
γουριέμαι (ρημ) =κλαιω γοερα
γκιργκιλιάνος (ο) ουσ. =ο λαρυγγας
γκούβα (η) ουσ. =ο λακος
γκουτζιαβέλια (τα) ουσ. =τα μικρα παιδια
γαργάλια (τα) ουσ.=τα κουδουνακια
γουργουλιέδες (οι) ουσ. =τα στολιδια
γκισιέμι (το) ουσ. =το επικεφαλης στο κοπαδι ζωο
γκιούμ (το) ουσ. =μεταλλικο δοχειο νερου
γκίζα (η) ουσ. = το απαχο τυρι
γκριζιάπ (το) ουσ. = ο αναποδος ανθρωπος
δουκιέμαι (ρημ) =θυμαμαι
δραγάτς (ο) ουσ. =ο αγροφυλακας
δρόκινο (το) ουσ. =το ροδακινο
δράσκελο (το) ουσ.= το βημα
έκα (εκφραση) =σταματα
έζιος (ο) ουσ. = ο σκαντζοχοιρος
έλιξη (η) ουσ. =η κατασταση
ζαμανια (τα) ουσ. =τα χρονια
ζαμάνω (η) ουσ. = η γεροντοκορη
ζιάμπα (η) ουσ. =ο βατραχος
ζαλίκωμα (το) ουσ. =το φορτωμα
ζίντζαρος (ο) ουσ. = η χρυσομιγα
ζαρλατίσκα (εκφραση) =μπερδευτηκα
ζουκουπιάρης (ο) επιθ. =ο βρωμικος
ζούλες (οι) ουσ. =οι ωριμασμενες
ζγκλόπσα (εκφρ.) =εξαντληθηκα
ζαραμπόραχος (ο) ουσ. = ο ευεξαπτος
ζαρζαβούλτς (ο) ουσ. = ο διαβολακος
ζιουγκλός (ο) ουσ. =ο αναπηρος
ζαβόρτσα (η) ουσ. =το πορτακι
ζάντζα (η) ουσ. =η γκρινια
ζαράλικο (το) ουσ. =το σακατικο
ήδισμα (το) ουσ.=το δωρο
θαραπάφκα (εκφρ) =ευχαριστηθηκα
θκέλι (το) ουσ. =η διχαλη τσαπα
θρίμα (το) ουσ. =το κομματακι
ίτσια (τα) ουσ. =τα μανουσακια
ίτς (εκφρ) = καθολου
ιλιάτς (το) ουσ. =το φυλαχτο
κακάβι (το) ουσ. =το καζανι
κακαβούλι (το) ουσ. =το μικρο καζανι
καρτσούνι (το) ουσ. =το κεφαλι
κλέτσκα (η) ουσ. =η βελονα πλεξιματος
κόλιντρα (τα) =τα καλαντα
κράζω (ρημ) = καλω
κουμάσι (το) ουσ. =το κοτετσι
κραίνω (ρημ) =μιλω
κοτάω (ρημ) =τολμω
κάχτα (η) ουσ. =η καρυδα
κόστραβη κάχτα (η) = η χαλασμενη καρυδα
κατσιάρα (εκφρ) =ανοιχτα ποδια
καϊπιώθκε (εκφρ) =χαθηκε
κυραλεύω (ρημ) =διακινδυνευω
καριέβω (ρημ) = κλανω
κούμπλο (το) ουσ. =το κορομηλο
κριτσελης (ο) ουσ. =η τουαλετα
κουρέμπετο(το) ουσ. =ο ζαλισμενος
κλιτσινάρι (το)ουσ. =το λεπτο ακρο
κριτσανό (το) επιθ =το τραγανο
καλοπίχερος (ο) επιθ =ο τυχερος
καλτσιούσι (εκφρ) = φορτωμα στην πλατη
καμπλακιόρας (ο) = ο βραδυνους
καλόγραβο (το) = το παλιοπαιδο
κουσουρής (ο) ουσ. =ο ξαδερφος
κιόρας (ο) ουσ. = ο χαζος
κόθαρος (ο) ουσ. =η ακρη της πιτας
κράνια (τα) ουσ. =τα χρηματα
καλιγώνω (ρημ) =καρφωνω
κόφα (η) ουσ. =ξυλινο δοχειο κρασιου
καλούδια (τα) ουσ. = τα δωρα
κλουτσαμάκι (το) ουσ. =η φιγουρα
κρίνα (η) ουσ. =το κεφαλι
κίρπα (η) ουσ. =κομματι απο υφασμα
καθόρ (το) =η καταιγιδα
κουγιώνος(ο) =αυτος που δεν καταλαβαινει
κουντόσι (το) ουσ.=μπλουζα γυναικεια
κλαδόρμο (το) εκφρ.=
λάγκιψα (ρημ) =στραμπουλιξα
λιάσα (η) ουσ. =το παταρι
λιγένι (το) ουσ. =η μεταλλικη λεκανη
λαένι (το) ουσ. =η κανατα
λουβίδια (τα) ουσ. =τα φασολακια
λυγκιάζω (ρημ) =εχω λοξυγγα
λαναρίζω (ρημ) =λεω ψεματα
λανάρια (τα) ουσ. = τα ψεματα
λουψιώτς (ο) = το νερο
λαγαρίζω (ρημ) =καθαριζω
λιανή (η) επιθ =η λεπτη
λούτσα (εκφρ)= μουσκεμα
λιάβο (το) ουσ. =το αριστερο
λιόπα (η) ουσ. =ειδος παπουτσιου
λάρωσε (εκφρ) =ιδρωσε
λιβακώθκα (ρημ) =ζεσταθηκα
λισίμι (το) ουσ.=ο αχρηστος
μπομπότα (η) ουσ. =το καλαμποκαλευρο
μπάμπω (η) ουσ. =η γρια
μπίτσα (ρημ) =τελειωσα
ματσί (το) ουσ. =το γατι
μπουλώνουμαι (ρημ) =ντυνομαι ζεστα
μουλόϊμα (εκφρ) =ανεξηγητο
μπίμσα (η) ουσ. =η κρυπτη
μαναστήριακο (το) =
μπανταλός (ο) επιθ =ο χαζος
μπουτέτς (το) =το κεντρι
μπακαβάς (ο) ουσ. =το χαρτονι
μπλανούσκα (η) ουσ. =η αγρια φραουλα
μουχαλιαφέτια (τα) ουσ. = οι ειδησεις
μάτσεμα (το) = το χεσιμο
μανεύω (ρημ) = τρωω
μάνεμα (το) = το φαγητο
μπούμπαρος (ο) ουσ. =το φαντασμα
μπανόζι (το) ουσ. =το ασηκωτο
μπούκλος (ο) ουσ. =ξυλινο δοχειο νερου
μπροσλίνα (η) ουσ. = η ποδια
μιρέβκα (εκφρ) =πλαγιως
μπιράρ (εκφρ) = η καθαρη μερα
μπαϊρ (το) ουσ. = το χερσο χωραφι
μεθουκλαραίοι (οι) ουσ. =οι μεθυσμενοι
μπράτμος (ο) επιθ. =ο βλαμης
μουτεύω (ρημ) =μαδω & χαϊδευω
μαντζαλούδα(η)ουσ =το χερουλι της πορτας
μαρτζέλω (η) ουσ. =το πεος
μασιά (η) ουσ. =η λαβιδα για καρβουνα
μπαρός (ο) ουσ. =ο ανδρας
μπαρέσιω (η) ουσ. = η γυναικα
μπαργιάκι (το)ουσ. = το σημαιοξυλο
μαμαλίνγκα (η) ουσ. =βραστο καλαμποκαλευρο
μπακίρια (τα) ουσ. =τα μπρουτζινα
μούσγκα (η) ουσ. =η λασπη
μισάντρα (η) ουσ. =ντουλαπα δωματιου
μουσαβέζκα (εκφρ) =ετσι κι ετσι
νταλιέκο (εκφρ) =τεμπελια
ντρέμπλο (το) ουσ. =το ψιχουλο
νισιάνια (εκφρ) =απιθανο
ντρουμπουλίστρα (η) ουσ. =ξυλινο δοχειο
ντερμπιές (ο) =ο τροπος
ντιχάλα (η) ουσ. =η σφενδονα
ντιμπισίρ (το) =η κιμωλια
ντιφικέλω (η) επιθ =η ανοιχτοχερα
ντιρλικώνω (ρημ) =τρωγω
ξιχρόνγκο (το) ουσ. =το παλιοπαιδο
ξουμπλιάζω (ρημ) =αντιγραφω
ξουλάλησα (εκφρ) =τρελλαθηκα
ξεγκλάναβος (ο) επιθ =ο ατσουμπαλος
ξετούρκουσα (το) =το χαλασα
Empty section. Edit page to add content here.
πυροστιά(η)ουσ =τριποδη βαση για βρασιμο
πέτσιος (ο) ουσ. =ο πετεινος
πουτσανίτσες(οι) ουσ.=κοκκινιλες στα ποδια
πιτόρε (εκφρ)=πριν
παταγώθκα (εκφρ) =τρομαξα
ποσταίνω (ρημ) =κουραζομαι
πούσι (το) ουσ. = το πηγαδι
πλιτάρ (εκφρ) =μουσκεμα
πλόχερο (το) ουσ. =η παλαμη
παραμαχος(ο) ουσ. =η γωνια του τζακιου
ποστάβ (το) =δοχειο νερου για αποσταξη
προυτσάει (εκφρ) =σκαει
πλαστήρι (το)ουσ. =ξυλινη κατασκευη για ανοιγμα φυλλου
πλαθουράω (ρημ) =ανοιγω φυλλο
πλιάκος (ο) ουσ. = ο παππος
προκούμς (ο) ουσ. =ο νωθρος
πόμκα (ρημ) =εμεινα
πειράτς (ο) =ξυλο ασφαλειας πορτας
πιτριά (η) ουσ. =η ισχυρογνωμια
πραγάδωσε (εκφρ) =υποχωρηση πονου
πιρδικλώνομαι (ρημ) =σκονταφτω
ρούπα (η) ουσ.=η τρυπα
ρούπωσα (εκφρ) = χορτασα
ρογκάλια (τα) ουσ. =τα μεγαλα καλαμποκια
ράφιασμα (το) ουσ. =η συνουσια
σιούφαλα (τα)ουσ. =τα πεσμενα φυλλα
σκαρκάλι (το) ουσ. =ο τζιτζικας
στοϊσα (εκφρ) =ξεχασα
σκόπι (το) ουσ. =το μπαστουνι
σκουτιά (τα) ουσ. =τα ρουχα
σκαπετώ (ρημ)=καταπινω & χανομαι
σκιάζομαι (ρημ) =φοβαμαι
σουλντούκο (το) ουσ. =το παλτο
σουρνάρα (εκφρ) =εντονη ροη
σουμαλνώ (ρημ) =κατουρω
στούραβα (εκφρ) =σκοτεινα
σιπιτούρα (εκφρ) =πιδακας
σουλουγρώνω (ρημ) = ξεχειλιζω
σιαφλάνι (το) ουσ. =κολοπαιδο
σών (εκφρ) =σταματα
σκούπιρο (το) ουσ. =το σκουπιδι
σκέμια (τα) ουσ. =οι γκρεμοι
σουφρώνω (ρημ) =κλεβω
σιντρόφ (το) =το βρακι
σκάντζαβος (ο) ουσ. =ο ισχνος ανθρωπος
σαρμάντζα (η) ουσ. =η κουνια μωρου
σαλιάρι (το) ουσ.= το σαλιγκαρι
στρέκλος (ο) ουσ. =το ελικοπτερο (εντομο)
σφάλαγγας (ο) ουσ. =η αραχνη
σπουλάκι (εκφρ) =ευτυχως
σκαμάγκια (εκφρ) =πολυ χιονι
σκαμπάζω (ρημ) =γνωριζω
τσόλια (τα) ουσ. =τα κουρελια
τσιόνι (το) ουσ. =ο σπουργιτης
ταβλαμπούζι (εκφρ) =πρησμενο
τζούμπλα (η)ουσ. = το αγκαθι
τσιρόνια (τα) ουσ. =τα μικρα ψαρια
τσιράπια (τα) ουσ. =οι μαλλινες καλτσες
τσέδω- τσέκι (εκφρ) =εδω κι εκει
τσιουκάνι (το) ουσ. =το σφυρι
τηρώ (ρημ) =κοιταζω
τσιόκαρο (το) ουσ. =το φουντουκι
τρουβάς (ο) ουσ. =το ταγαρι
τσέργα (η) ουσ. =η βελεντζα
τσιάκα (η) ουσ. =η φακα
τσπί (το) ουσ. =το κοριτσι
τσάκνο (το) ουσ. =το ξυλαρακι
τσιάφκα (η) ουσ. =η κουπα
τσιάφ (η) =η παχνη
τσουροφλίσκα (εκφρ) =καηκα
τσούζω (ρημ) =πινω
ταμπακίζω (ρημ) =δακρυζω
τσιολνάω (ρημ) =ραβδιζω
τρόξα (η) ουσ. =ο φοβος
τζιέμκος (ο) ουσ. =η μυτη
τζιρικώνω (ρημ) =κλεβω
τσάπος (ο) ουσ. =ο τραγος
τσάρκος (ο) = χωρος για κατσικια
τζιερεμές (ο) ουσ. =ο τεμπελης
τζουντζούφια (τα) ουσ. = ανθη κολοκυθας
τσιγκαρσούλι (το) ουσ. =εργαλειο τσαγκαρι
τσέπα (η) ουσ. =το δερμα
τσιτούρς (ο) ουσ. = ο παπας
τζιαντραμάς (ο)ουσ. = ο χωροφυλακας
τσουρλέκι (το) ουσ. =ο κοτσυφας
τσουραβέλω (η) ουσ. =το πεος (για μικρα παιδια)
τσιουλίκι (το) =στερεο
τζιλιτιμένος (ο) επιθ. =ο ταλαιπωρημενος
τζιούμα (η) ουσ. =ξυλινο δοχειο για ζυμωμα
τουργιό (το) ουσ. =το ριγος
Empty section. Edit page to add content here.
φουλτάκιασμα (το) ουσ. =το πρηξιμο
φραγκόμλο (το) ουσ. =η πρασινη ντοματα
φλιτούρσα (ρημ) =σαλταρα
φούφα (η) ουσ. =η κουφια
φιόρος(ο) ουσ. =το μπουκετο
φουκάλι (το) ουσ. =η σκουπα
φίσκιος (ο) ουσ. =ο παραξενος
χαψιά (η) ουσ. =η μπουκια
χαβάς (ο) ουσ. =το τραγουδι
χλαπατουρώ (ρημ) =πεταω
χαλιέβω (ρημ) =ψαχνω
χαμπέρι (το) ουσ.=το νεο & το αιδειο
χάφτω (ρημ) =τρωω
χαντούμης (ο) ουσ. =ο ανικανος
χουσμέτια (τα)ουσ. = δουλειες σπιτιου
χάψιμο (το) ουσ. =το φαγητο
χολιάζω (ρημ) =στενοχωριεμαι
χλιάρι (το) ουσ.=το κουταλι
χνέρι (το) ουσ. =το κακο νεο
χολιασμένος (ο) επιθ =στενοχωρημενος
ψόφος (ο) = το πολυ κρυο
Empty section. Edit page to add content here.