{Ανατύπωση από το βιβλίο «Τοπωνύμια και Οικωνύμια των ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΩΝ ΤΗΣ ΚΟΝΙΤΣΑΣ», Αθήνα 2013, του Θωμά Β. Ζιώγα, Μαστοροχωρίτη, εκ Δροσοπηγής}

{Τις περισσότερες πληροφορίες για τις τοπωνυμίες του χωριού έδωσαν οι Καστανιανίτες Θωμάς Γ. Φακούρας και Νίκος Στ. Κατσαρός}

Αγία Κυριακή η : Το ομώνυμο εξωκλήσι και η περιοχή που το περιβάλλει, στη γειτονιά «Ράχη» του χωριού.

Αγία Παρασκευή η : Εξωκλήσι και η πέριξ αυτού περιοχή, στα ΒΔ και αρκετά μακριά από το χωριό, σε χαμηλόσταθμη θέση με χωράφια.

Αγία Τριάδα η : Το ομώνυμο εξωκλήσι και ο γύρω χώρος, στα Δ του χωριού και σε σχετικά μεγάλη απόσταση από αυτό, πάνω σε ύψωμα με πανοραματική θέα της κοιλάδας του Σαραντάπορου ποταμού. Ήταν ο τόπος κατευόδωσης των ξενιτεμένων.

Άγιοι Απόστολοι οι : [Στ’ς Άϊ_Πουστόλ’ς] Εξωκλήσι στην κορυφή του οικισμού, από τα θεμέλια του οποίου αναβλύζει πολύ νερό με τρεις κρουνούς.

Άγιος Κωνσταντίνος ο : Νεότερο στεγασμένο εικόνισμα/προσκυνητάριο παρά τον αμαξιτό δρόμο, πριν από το χωριό.

Άι Γιάνν(η)ς ο : Το ομώνυμο εξωκλήσι και ο πέριξ αυτού μικροχώρος στη θέση «Σουρτσκό», με απέραντη θέα στον Σαραντάπορο ποταμό. Γιορτάζει την 24η Ιουνίου, την γέννηση του Ιωάννη του Προδρόμου, που τοπικά λέγεται «Άι Γιάννης Ριγανάς».

Άι Γιώργ(η)ς ο : Παρεκκλήσι που βρίσκεται μέσα στη γειτονιά «Γκάλινα».

Άι Δημήτρ(η)ς ο : Παμπάλαιο εξωκλήσι πολύ κοντά και λίγο ψηλότερα από το χωριό. Το παλιό νεκροταφείο του χωριού ήταν εδώ. Έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο.

Άι Θανάσ(η)ς ο : Το ομώνυμο εξωκλήσι και η περιοχή που το περιβάλλει, χαμηλότερα από το χωριό, πάνω στον νέο αμαξιτό δρόμο.

Άι Λιάς ο : Το εξωκλήσι του προφήτη Ηλία και η πέριξ περιοχή, στα Δ/ΝΔ του χωριού, στη θέση «Στίκοβο/Στύκοβο».

Άι Νικόλας ο : Η κεντρική εκκλησία του χωριού στο μεσοχώρι, όπου και το σχολείο.

Άι Παντελεήμονας ο : Εξωκλήσι και ο γύρω από αυτό τόπος στην περιοχή «Σέργ’ς», σχετικά κοντά στο χωριό.

Άι Σωτήρας ο : Το εξωκλήσι της μεταμόρφωσης του Σωτήρος στη θέση «Βάχνος/ Βά(κ)χνος», Β του χωριού και αρκετά μακριά, σχεδόν ισόσταθμο με το χωριό. Ιδέ και «Καλόγηρος».

Άι Χαράλαμπος ο : Εκκλησάκι Β της γειτονιάς «Γκάλινα», σιμά στο χωριό, όπου μεταφέρθηκε το νεκροταφείο του χωριού από τον «Άι Δημήτρη».

Άι Χριστόφορος ο : Το ομώνυμο εξωκλήσι και ο μικροχώρος που το περιβάλλει στην τοποθεσία «Τούμπα/Ντούμπα», σε Β κατεύθυνση και όχι πολύ μακριά από το χωριό.

Ανάληψ(η) η : [Σ’ν Ανάληψ’] Πάρα πολύ υψηλόσταθμη θέση κατάφυτη από κωνοφόρα ΒΑ του χωριού, στα όρια με την Μπλήζιανη [28]. Εδώ υπάρχει το εξωκλήσι της ανάληψης του Χριστού και γι’ αυτό ονομάστηκε έτσι η τοποθεσία.

Παναγιά η : Εξωκλήσι στην κορυφαία άκρη της γειτονιάς «Γκάλινα», το οποίο γιορτάζει την 15η Αυγούστου, την κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά και την Ζωοδόχο πηγή.

Πανα(γ)ιοπούλα η : Αρκετά μακρινό, μικρό και παλιό εξωκλήσι προς την κατεύθυνση της γειτονικής Μπλήζιανης [28]. Είναι αφιερωμένο στη γέννηση της Θεοτόκου και γιορτάζει την 8η Σεπτεμβρίου.

Πεντηκοστή η : Εξωκλήσι αφιερωμένο στην Πεντηκοστή, ενώ γιορτάζει την Μεσοπεντηκοστή. Βρίσκεται σε περίοπτη θέση υψηλότερα από το χωριό.

Αλατσιά η : Εδώ πάνω σε λιθόπλακες έδιναν αλάτι στα αιγοπρόβατα. Αποδίδεται ως «Αλαταριά | Αλισταριά», από το Ελλ. «άλας» (= αλάτι, Λατ. sal, Σλ. sol). Όρα ίδια τοπωνυμία στο Κεράσοβο [17], Σταρίτσιανη [42], Μόλιστα [27], Κάντσικο [15].

Αλώνια τα : Σχετικά ομαλή περιοχή όπου κάποτε θα υπήρχαν αλώνια.

Απλός ο : Πρόκειται για ομαλό σχετικά τόπο, πάνω από τον συνοικισμό «Μεσαριά». Αποδίδεται ως «Απλάδα», από το νέο Ελλ. «άπλα/απλάδα» (= ανοιχτός επίπεδος τόπος) < Ελλ. «απλόω/απλώνω» (= ανοίγω, ξεδιπλώνω).

Αραδιά η : [Στ’ν Αραδιά > Σ’ Ναραδιά] Μεγάλη πλαγιά Β του χωριού με έδαφος σε εμφανή λεπτή στρωματική διάταξη (αράδες, στην τοπική γλώσσα) από τις οποίες και πήρε την ονομασία του. Στα νέο Ελλ. «αράδα» (= σειρά, γραμμή) < Βενετ. arada (= αυλακιά, αλετριά, άλοξ, ολκός αρότρου) < αρχ. Ελλ. «αρόω» (= οργώνω, Λατ. aro).
Αμφίβολη είναι η ερμηνεία «Θέση στην οποία αραδίζει/περνάει ο κόσμος», εκ του ιδίου θέματος, που προτείνεται στο (16) της βιβλιογραφίας.

Βαρί_τσιουμπάν(ι) το : [Στο Βαρί_τσιουμπάν’] Σημαίνει «Τάφος του βοσκού», από το Αλβ. varr-i/vorr-i (= τάφος, μνήμα) + Αλβ. çoban και νέο Ελλ. «τσομπάνος» (= βοσκός) < Τουρκ. çoban (= βοσκός), που φαίνεται ότι υπήρχε κάποτε εκεί. Η τοπωνυμία απαντάται στo Λεσκάτσι [22] και Χιονιάδες [47]. Ιδέ και «Βαρ_μπάτζιου» στον Ίσβορο [13].

Βαρ(ι)κό το : Μέρος με βαρύ, κάθυγρο έδαφος (Λατ. solum grave). Είναι συνήθης τοπωνυμία σχεδόν σε όλα τα Μαστοροχώρια.

Βάχνος ο | Βά(κ)χνος ο : [Στου Βά(κ)χνου] Είναι η ευρύτερη τοποθεσία γύρω από το εξωκλήσι «Άι Σωτήρας», όπου στο παρελθόν στηνόταν μεγάλο πανηγύρι. Πάνω και κάτω από αυτήν υπάρχουν εδαφικές κατακρημνίσεις μεγάλου βάθους/ύψους. Ερμηνεύεται ως «Βάκχιος | Βακχικός | Διονυσιακός», από το Ελλ. «Βάκχος» (= ο θεός Διόνυσος, Λατ. Bacchus, παλ. Σλ. Vakjho) > ιδιωματικά «βάκχινος», αντί του ορθού «βακχικός» (= αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Βάκχο και στις τελετές του), {κατά το μεταλλικός/μετάλλινος | κρυσταλλικός/κρυστάλλινος}, με σίγηση του ενδιάμεσου άτονο ι. Επειδή το όνομα Βάκχος δεν ήταν σε χρήση στα Μαστοροχώρια και είναι παντελώς άγνωστο στο χωριό, εκτιμώ ότι η τοπωνυμία είναι κατάλοιπο αρχαίας λατρείας. Άλλωστε, το χωριό ήταν ανέκαθεν τόπος με πολλά και εκτεταμένα αμπέλια. Ιδέ ομοιόσημο «Βάκχος» στο Κάντσικο [15] και σχόλιο στην τοπωνυμία «Γκουλιανή» της Μπλήζιανης [28].
Η άποψη ότι ίσως σημαίνει «Βαθύς | Υψηλός» και αποδίδει τις εκεί κατακρημνίσεις, από το Ελλ. «βάθος/βένθος», είναι πολύ εξεζητημένη, γιατί οι παθήσεις των φθόγγων είναι υπερβολικά πολλές και δυσεξήγητες.
Τo ύστερο Βουλγ. váhta (= σκοπός, σκοπιά) < Γερμ. Wache (= σκοπιά, φρουρά) δεν μπορεί να είναι αφετηρία της ονομασίας, διότι το Τ ποτέ δεν τρέπεται σε Ν.

Βρωμονέρ(ι) το : [Στου Βρουμουνέρ’] Συνήθης τοπωνυμία στα Μαστοροχώρια, η οποία δηλώνει ότι το νερό που πηγάζει εκεί έχει κάποια δυσάρεστη οσμή. Ιδέ και «Βρωμονέρια» στο Κάντσικο [15]

Βρύσες στους Αγίους Αποστόλους οι : Οι τρεις βρύσες που κρουνηδόν ρέουν από τα θεμέλια στο εξωκλήσι «Άγιοι Απόστολοι».

Βρύσ(η) στους Γκασιαίους η : Κρήνη μέσα στο χωριό, στη γειτονιά του γένους Γκάσιος. Το επώνυμο αυτό υπάρχει και στην Πυρσόγιαννη [39].

Βρύσ(η) στους Καραγκουναίους η : Βρύση μέσα στο χωριό στη συνοικία όπου κατοικούσε το γένος Καραγκούνης. Το επώνυμο αυτό υπήρχε και στο Κάντσικο [15].

Βρύσ(η) στους Κληματαίους η : Βρύση του χωριού κοντά στις οικίες του γένους Κληματάς. Το επώνυμο αυτό απαντάται και στην Μπλήζιανη [28].

Βρύσ(η) στους Κουκουλαίους η : Βρίσκεται κοντά στα σπίτια του γένους Κουκούλης.

Βρύσ(η) στους Λιολαίους η : Κείται πλησίον των οικιών του γένους Λιόλιος. Το επώνυμο αυτό υπήρχε και στη Βούρμπιανη [2].

Βρύσ(η) στους Μισιακουλαίους η : Αναβλύζει κοντά στα σπίτια του γένους Μισιακούλης.

Βρύσ(η) στους Μουσιαίους η : Είναι εγγύς στα σπίτια του γένους Μούσιος. Το επώνυμο υπάρχει και στην Μπλήζιανη [28].

Βρύσ(η) στους Μπιμπαίους η : Βρίσκεται σιμά στα σπίτια του γένους Μπίμπας.

Βρύσ(η) στους Ντουκαίους η : Κείται κοντά στις οικίες του γένους Ντούκας/ Δούκας. Αυτό το επώνυμο υπάρχει στην Πυρσόγιαννη [39] και Βούρμπιανη [2].

Βρύσ(η) στους Παπαδημαίους η : Το γένος Παπαδήμας κατοικεί κοντά σε αυτήν την βρύση.

Βρύσ(η) της Ράχης η : Η κύρια βρύση της συνοικίας «Ράχη».

Βρύσ(η) του Κίρκα η : Πηγή με βρύση μέσα στο χωριό η οποία αποδίδεται σε κάποιον ονόματι Κίρκας/Κύρκας. Αυτό το σπάνιο σε άλλα μέρη όνομα είναι κοινό στα Μαστοροχώρια.

Γεράνια πέτρα η : Πρόκειται για μεγάλο βράχο που έχει γαλαζωπή απόχρωση. Στην τοπική γλώσσα «γεράνιο» (= βαθυγάλαζο χρώμα, κυανόμαυρη βαφή με λουλάκι) < Ελλ. «αγέρινος/αγέρας/αέρας/αήρ». Ιδέ και «Λουλάκι» στη Σέλτση [41].

Γιανν_Νόλ(η)ς ο : [Στ’ Γιάνν’_Νόλ’] Είναι κτητορωνυμία. Κάποιος ονόματι Γιάννης του Νόλη (= Μανόλη), είχε εδώ μεγάλο χωράφι. Επειδή το όνομα Μανόλης σπανίζει στα Μαστοροχώρια, πιθανώς το δεύτερο να είναι και επώνυμο.

Γιοφύρια τα : Θέση παρά τον ποταμό Σαραντάπορο κοντά στον εκεί νερόμυλο, όπου τα παρακείμενα ρέματα ήσαν άλλοτε γεφυρωμένα, γιατί υπήρχε εκεί λιθόστρωτη οδός (Λατ. strata via, αρχ. Ελλ. «στρωτή οδός»). Μερικοί ομιλούν για «Παρεγνατία οδό», την οποία μαρτυρούν τα παρακείμενα τοπωνύμια «Σέμπτη», «Γκαλντιρίμια», «Καρβασαράς».

Γκάλινα η | Κάλινα η : [Στ’ν Κάλινα > Στ’ Γκάλινα] Τοποθεσία Β/ΒΑ και εν επαφή με το χωριό, καθώς και ονομασία της συνοικίας του χωριού που εφάπτεται με αυτήν. Ερμηνεύεται ως «Πηλώδης | Αργιλώδης | Λασπώδης», από το παλ. Σλ. káljna (= πηλώδης, λασπώδης, Βουλγ. kalna – ταραχώδης, τεταραγμένη) < παλ. Σλ. kalj (= πηλός, λάσπη, Σερβ./Βουλγ. kal – κυλίστρα, κυλινδήθρα), και αναφέρεται στην γαιοσύσταση του τόπου. Όρα ίδια τοπωνυμία στην Πυρσόγιαννη [39] και Σταρίτσιανη [42].
Στα δυτικά της κωμόπολης «Πόγραδετς», στη σημερινή ΝΑ Αλβανία, υπάρχει τοποθεσία/ύψωμα «Γκάλινα», όπου έγιναν φονικότατες μάχες στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940.

Γκαλντιρίμια τα : Παρόχθια του Σαραντάπορου ποταμού περιοχή με εμφανή ίχνη λιθόστρωτου δρόμου. Συναφής είναι και η πλησιόχωρη τοποθεσία «Στου Μπαλντά τα γκαλντιρίμια», όπου Μπαλντάς είναι επώνυμο υπαρκτού γένους. Τα ίχνη της λιθόστρωτης οδού συνεχίζουν κατά μήκος του Σαραντάπορου ποταμού και στην έκταση των παρακείμενων χωριών Μπλήζιανη [28] και Κάντσικο [15]. Η ονομασία προέκυψε από το νέο Ελλ. «καλντερίμι» (= λιθόστρωτο δρόμου, Αλβ. kalldërim, Λατ. pavimentum, παλ. Σλ. djno, αρχ. Ελλ. «στρωτή οδός», Λατ. strata via), αντιδάνειο εκ του Τουρκ. kaldirim (= πεζοδρόμιο) < αρχ. Ελλ. «καλλυντή ρύμη» (= εξωραϊσμένη είτε σεσαγμένη οδός, πεζόδρομος, Λατ. pavita via). Ιδέ σχόλιο στην τοπωνυμία «Γιοφύρια». Ίδια τοπωνυμία υπάρχει και στη Μόλιστα [27].

Γκόλιο το : Άδενδρος υψηλόσταθμος τόπος. Εξηγείται ως «Γυμνό | Φαλακρό», από το παλ. Σλ. golj/golu (= γυμνός). Είναι συνήθης τοπωνυμία σχεδόν σε όλα τα Μαστοροχώρια.

Γκουβατάδ(ι)κα τα : Είναι κτητορωνυμία, λόγω της κατάληξης «-άδικα». Πρόκειται για θέση ΝΔ του χωριού, όπου είχε χωράφια το υπαρκτό κάποτε γένος Γκουβατάς, εξού και η ονομασία.

Γκρυμπαβίτσα η : [Στ’ Γκρυμπαβίτσα] Τοποθεσία Β του χωριού, εκεί περίπου όπου αρχίζει το «Λάκος της Μαλνίτσας», με υβώδη βουνοκορυφή. Αυτό το στοιχείο ονομάτισε τον τόπο. Ερμηνεύεται ως «Κυφή | Κυρτή», από τo τοπικό «γκρύμπαβος/ γκρυμπός» (= κυφός, κυρτός, καμπύλος, καμπούρης, Σερβ. grbav) και «γκρύμπα» (= κύφωση, οπισθότονος, καμπούρα, ύβος, παλ. Σλ. grjba, Σερβ. grb) < αρχ. Ελλ. «γρυπός» (= κυρτός) + Σλ. κατάληξη –ica ή υποκορ. Ελλ. «-ίτσα». Όρα ομοιόσημη «Γκριάμπα» στη Σταρίτσιανη [42].

Γκώγκος ο : [Στ’ Γκώγκ’] Μεσόσταθμη ευρεία τοποθεσία Δ και χαμηλότερα του συνοικισμού «Μεσαριά», η οποία ανήκε σε κάποιον ονόματι Γιώργος (Γκώγκος, στην τοπική γλώσσα). Είναι σαφώς κτητορωνυμία.

Γόρ(γ)ιαν(η) η : Τοποθεσία σε ΝΔ κατεύθυνση σε σχέση με το χωριό, όπου υπάρχουν καλά χωράφια. Αποδίδεται ως «Καψάλα | Καμένη», από το παλ. Σλ. gorjanije/gorjenije (= καύμα, πυρά) > Σερβ. gorenje (= καύση, κάψιμο, πυρπόληση) και goreti (= καίω, φλογίζω). Όρα και ομοιόσημη «Παπαλαένη». Ιδέ ομοιόσημα: «Γκόνια» στη Σέλτση [41], «Καψάλια» στο Κάντσικο [15] και αλλού.

Γύφτ(ι)σσα η : [Στ’ Γύφτ’σσα] Το βουνό και η κορυφή (1.752 μ) που υπέρκειται στα ΝΑ του χωριού και ορθώνεται ανάμεσα στον Σαραντάπορο ποταμό και τον Βουργουπόταμο. Ερμηνεύεται στο ειδικό κεφάλαιο «Κύριες τοπωνυμίες της επαρχίας Κόνιτσας».

Δέντρο το : Τοποθεσία με βαλανιδιές (δέντρα, στην τοπική γλώσσα), όπου στάλιζαν τα γελάδια του χωριού.

Έλια η : [Στ’ν Έλια | Σ’ Νέλια] Αρκετά υψηλή θέση, κατάφυτη με έλατα, στα Ν του χωριού. Αποδίδεται ως «Ελατιά», από το παλ. Σλ. jela (= ελάτη, Βουλγ. elha) και elije/jelije (= ελάτια, έλατα) < Ελλ. «ελάτη». Γενικώς το σλάβικο θέμα jel-/el- αναφέρεται σε δένδρα. Το μέρος δεν έχει στάσιμα νερά και έλη και συνεπώς δεν στέκει περεμφερής εξήγηση. Ιδέ και «Έλιος της Χαρίσαινας» στη Σέλτση [41].

Θηλιά η : [Στ’ Θ’λιά] Υψηλόσταθμη τοποθεσία στα Α του χωριού, σχεδόν στα όρια με την Μπλήζιανη [28]. Σήμερα δεν μπορούμε να εννοήσουμε γιατί η ελληνική λέξη «θηλιά» ονομάτισε τούτον τον τόπο. Ούτε η τοπική παράδοση διέσωσε κάποια σχετική ιστορία.

Θυμιάμα το : [Στο Θ’μιάμα] Είναι περιοχή με πολλά ρητινώδη «κέδρα» (= ο θάμνος γιουνίπερος ο οξύκεδρος και γιουνίπερος ο κοινός, αρχ. Ελλ. «άρκευθος»), στα Ν του χωριού. Λέγεται ότι, επειδή τον παλαιό καιρό το θυμίαμα/λιβάνι ήταν πανάκριβο είδος, εδώ μάζευαν την «κεδρία», δηλ. την ρητινώδη έκρυση των κέδρων, και έφτιαχναν λιβάνι, που έκαιγαν στις θρησκευτικές τελετουργίες. Μάλλον είναι αληθής τούτη η εκδοχή, διότι το κέδρο προσφέρεται για τέτοια χρήση. Στο (16) της βιβλιογραφίας αναφέρεται ότι αυτό γινόταν από έναν θάμνο που λέγεται τοπικώς «προυσκάβα/προυσκαβίτσα». Αυτή, όμως, δεν είναι ρητινώδες φυτό.

Καλό(γ)ηρος ο : Δεύτερη ονομασία της τοποθεσίας περί το εξωκλήσι «Άι Σωτήρας». Ίσως να εμόναζε εκεί κάποιος καλόγηρος και να ονομάστηκε έτσι, ενώ θρυλείται ότι άλλοτε εκεί ήταν μοναστήρι.

Καλύβα του γελαδάρ(η) η : Θέση Α του χωριού όπου είχε καλύβα ο γελαδάρης που έβοσκε τα βόδια του χωριού.

Κάμπος ο : [Στουν Κάμπου > Στου Γκάμπου] Ομαλή περιοχή με κήπους στα Δ του οικισμού. Εξηγείται από το νέο Ελλ. «κάμπος» < Λατ. campus (= πεδίον, έμπεδα, πεδιάδα). Όρα ίδια τοπωνυμία στο Κάντσικο [15].

Κανάλια τα : Στην θέση τούτη, προς τον «Άι Γιάννη», έχουν τοποθετηθεί, στην υπάρχουσα εκεί πηγή, «κανάλια» (= επιμήκεις σκάφες από κορμούς πεύκων) για το πότισμα των ζώων. Είναι σύνηθες τοπωνύμιο στα Μαστοροχώρια. Ιδέ ομοιόσημα «Καρούτια».

Καραγιώργος ο : Τοποθεσία χαμηλόσταθμη, πάνω στο όριο με την Μπλήζιανη [28], σε Β/ΒΑ κατεύθυνση. Είναι σαφώς κτητοριώνυμο. Το επώνυμο Καραγιώργος δεν υπάρχει σήμερα στο χωριό, ενώ υπάρχει τοπωνυμία «Καραγιώργος» στη Φούρκα [45], Κάντσικο [15].

Καρβασαράς ο : [Στουν Καρβασαρά > Στου Γκαρβασαρά] Θέση σε χαμηλή στάθμη ανάμεσα από το ρέμα «Ντρουμάκος» και το «Λάκκο της Μεσαριάς». Ερμηνεύεται ως «Επισταθμία | Χάνι», από το Τουρκ. karavanseray (= σταθμός καραβανιών, χάνι). Φαίνεται πως εδώ λειτουργούσε «επισταθμία», όπου εύρισκαν κατάλυμα οι κατά μήκος του ποταμού κινούμενοι αγωγιάτες και ταξιδευτές. Ιδέ σχόλιο στο λήμμα «Γιοφύρια». Και η κωμόπολη «Αμφιλοχία» της Αιτωλοακαρνανίας «Καρβασαράς» λεγόταν άλλοτε, για παρόμοιους λόγους..

Καρκάνν(η) η | Καρκάνν(ι) το : [Στ’ν Καρκάνν’ > Σ’ Γκαρκάνν’ > το Καρκάνν’] Πρόκειται για μεγάλη πηγή που βρίσκεται πιο ψηλά από το χωριό και τροφοδοτεί με νερό το ρέμα «Κοστανίκος/Γκοστανίκος», από όπου ποτίζονται όλοι οι παρακείμενοι κήποι. Ερμηνεύεται ως «Κεφαλόβρυσο», όπως και είναι, από τη σύνθεση των Ελλ. «κάρα» (= κεφάλι) + «κάννη» (= καλάμι, Λατ. canna – κατ’ επέκταση σωλήνας νερού, Λατ. canalis).

Καρούτια τα : Θέση ΒΑ του χωριού, πέρα και υψηλότερα από την «Παναγιοπούλα», προς τα όρια με την έκταση του χωριού Μπλήζιανη [28]. Ερμηνεύεται ως «Κανάλια | Ποτίστρες», από το τοπικό «καρούτα» (= ξύλινη σκάφη για πότισμα ζώων, κοινώς κανάλι) < παλ. Σλ. korjitj (= ληνός, κάνναλη, δεξαμενή, κιστέρνα) < Λατ. cortina (= λέβης, κοίλον). Εδώ υπήρχε ξύλινη κάνναλη με νερό, όπου πότιζαν τα ζώα. Ιδέ ομοιόσημα «Κανάλια». Όρα ίδια τοπωνυμία στη Σέλτση [41] και Φυτόκο [46].

Κασόλα η : [Στ’ν Κασόλα > Σ’ Γκασόλα] Μέρος υψηλόσταθμο νότια της πηγής «Καρκάννη». Ερμηνεύεται ως «Καλυβάκι», εκ του Λατ. casula (= καλύβι, οικίσκος, καλιά – τάφος). Κάποια μικρή και χαρακτηριστική καλύβα θα ήταν εδώ και γι’ αυτό ονόμασαν έτσι το μέρος. Όρα ίδια τοπωνυμία στο Τούρνοβο [44].

Καστάνιαν(η) η : [Στ’ν Καστάνιαν’ > Σ’ Γκαστάνιαν’] Το παλιό όνομα του χωριού, που τώρα μετονομάστηκε σε Καστανέα [16]. Εξήγηση του ονόματος δίδεται, με αριθ. 16, στο ειδικό κεφάλαιο «Ερμηνευτική προσέγγιση ονομάτων οικισμών/χωριών».

Καστρί το : Λόφος που ομοιάζει οχυρός. Αποδίδεται ως «Μικρό φρούριο», από το Λατ. castrum (= έρυμα, φρούριο). Όρα «Κάστρο» στο Κεράσοβο [17], Βούρμπιανη [2], καθώς και ομοιόσημα «Πετεινόκαστρο», «Καστέλι» στον Ίσβορο [13].

Κέδ(α)ρος ο : [Στουν Κέδ(α)ρου > Στου Γκέδ(α)ρου] Θέση Β του χωριού και γειτονική με την τοποθεσία «Αραδιά». Είναι μεγεθ. της λέξης «κέδρος» (= ο θάμνος γιουνίπερος ο οξύκεδρος και γιουνίπερος ο κοινός, αρχ. Ελλ. «άρκευθος», κοινώς «αδρίτσι»). Κάποιος υπερμεγέθης κέδρος ήταν το τοπόσημο της περιοχής και γι’ αυτό ονομάστηκε έτσι.

Κερασιά η : Περιοχή πάνω από τον οικισμό «Μεσαριά», η οποία είχε αρκετές κερασιές.

Κεχαγιάδ(ι)κα τα : Υποπεριοχή της τοπθεσία «Έλια» με αρκετούς αγρούς. Όπως φανερώνει η κατάληξη «-άδικα» είναι κτητορωνυμία. Γένος με επώνυμο Κεχαγιάς υπήρχε στο χωριό και θα είχε εδώ κτήματά του. Η λέξη προέρχεται από το νέο Ελλ. «κεχαγιάς» (= οικονόμος αρχοντικού – τοπάρχης) < Τουρκ. kahya (= προϊστάμενος).

Κήποι οι | Κηπάρια τα : [Σ’ Κήπ’ς | Στα Κ’πάρια] Η θέση «Σκήπ’ς» πλησίον του οικισμού όπου υπάρχουν πολλοί κήποι, εξού και η ονομασία.

Κλειδί το : Ο ευρύτερος ποτάμιος χώρος της θέσης όπου ο Γοργοπόταμος (Βουρμπιανίτικο ποτάμι) εκβάλλει στον Σαραντάπορο ποταμό. Ομοίως ονομάζεται η θέση στη Σέλτση [41] και Πυρσόγιαννη [39].

Κοκκινόης ο | Κοκκινόη η : [Στ’ν Κοκκινόη > Σ’ Γκοκκινόη] Μάλλον η περιοχή έχει ερυθρό πηλώδες χώμα και ονομάστηκε έτσι, από το Ελλ. «κόκκινο» (= ερυθρό). Ιδέ και «Κοκκινός» στη Σέλτση [41].

Κομμάτια τα : Πολλά μικρά τεμάχια κήπων διαφόρων ιδιοκτητών στα Δ του χωριού. Ιδέ και «Κομματσιούλια» στο Λεσκάτσι [22], Κεράσοβο [17].

Κοντογιάνν(η)ς ο : Χαμηλόσταθη θέση, λίγο υψηλότερα από τον «Νερόμυλο» του Σαραντάπορου. Είναι κτητορωνυμία, από κάποιον με επώνυμο Κοντογιάννης .

Κόντζμα το | Κόντσμα το : Σημαίνει «Εικόνισμα», γιατί στη τοποθεσία αυτή, παρά τη θέση «Ντέρτη», υπάρχει μικρό εικόνισμα. Είναι σύνηθες τοπωνύμιο σε όλα τα Μαστοροχώρια, π.χ. Πυρσόγιαννη [39], Κάντσικο [15] και αλλού.

Κοστανίκος ο | Γκοστανίκος ο : [Στουν Κοστανίκου > Στου Γκοστανίκου | Λάκκος Κοστανίκος/Γκοστανίκος] Πρόκειται για το μεγάλο ρέμα που ρέει σε ΒΔ κατεύθυνση και συγκεντρώνει όλα τα νερά της λεκάνης απορροής του χωριού. Πρέπει κάποτε η κοιλάδα του να ήταν κατάφυτη από καστανιές, οι οποίες τώρα, για άγνωστο σε μας λόγο, δεν υπάρχουν. Αποδίδεται ως «Καστάνινος», από το παλ. Σλ. kostanikj (= καστάνινος, της καστανιάς) < παλ. Σλ. kostanj (= καστανέα, κάστανο, Σερβ. kostanj) < Ελλ. «καστανέα». Την ύπαρξη δένδρων καστανιάς μαρτυρεί και το παλιό όνομα Καστάνιανη [16] του χωριού. Όρα ίδια τοπωνυμία στη Μόλιστα [27].

Κουμπλιές οι : Απόμακρη τοποθεσία, σχεδόν στα όρια της κοινοτικής έκτασης, σε ΝΑ κατεύθυνση σε σχέση με το χωριό. Κάποια μεγάλη και σημαδιακή κορομηλιά ήταν εδώ, από την οποία πήρε και το όνομα ο τόπος. Αποδίδεται ως «Κορομηλιές», από το τοπικό «κουμπλιά» (= κορομηλιά, Αλβ. kumbulë).

Κουτσουπιά η : Tόπος ευρισκόμενος εν επαφή με το ποτάμι σε ΝΔ κατεύθυνση από το χωριό. Πρόκειται για φυτωνυμία, εκ του τοπικού «κουτσουπιά» (= το χαμηλό δένδρο κερκίς η κερατονοειδής και κερκίς η κοινή), το οποίο έχει χέδρωπες και καλό για ξυλοτεχνήματα ξύλο, λέξη προερχόμενη από το νέο Ελλ. «κουτσουμπός/ κουτσουπός» (= ακόρυφος, κολοβός).

Κούτσουρα τα : Υψηλόσταθμη τοποθεσία Α του χωριού, προς το βουνό «Γύφτισσα», γεμάτη κατακείμενα πεύκα (κοινώς κούτσουρα), από όπου πήρε και το όνομά της. Όρα ίδια τοπωνυμία στο Λεσκάτσι [22].

Κρυόνερο το : [Στου Κρυόνερου] Είναι μια θέση Α και υψηλότερα του οικισμού «Γκάλινα», όπου υπάρχει μεγάλη πηγή με πολύ κρύο νερό, εξού και η ονομασία. Όρα ίδια τοπωνυμία στη Σταρίτσιανη [42], «Κρυόβρυσες» στη Βούρμπιανη [2] και «Κρυοπήγαδο» στο Κάντσικο [15].

Κ(ω)λάμπουρδα τα: [Στα Κ’λάμπουρδα] Είναι φυτωνυμία. Εδώ φύονταν «κωλάπουρδα», δηλ. το τοπικό φυτό «κωλοπούρδι/πόπορδο» (= μύκητας που έχει ασκούς γεμάτους σκόνη/καπνό, χρήσιμη ως αιμοστατικό στην επούλωση πληγών) < αρχ. Ελλ. «πέρδομαι» (= κλάνω), επειδή οι ασκοί σκάζουν ηχηρώς. Ιδέ ομοιόσημο «Ντιμπ(λ)όπορδο» στη Σέλτση [41].

Λάκκος της Μαλνίτσας ο : Το ρέμα αυτό κείται Β του χωριού και χύνεται στον Σαραντάπορο λίγο πιο κάτω από τη θέση «Νερόμυλος». Λέγεται έτσι γιατί ξεκινάει την κύρια ροή του από την υψηλόσταθμη θέση «Μαλνίτσα», όπου υπήρχε παλιά ομώνυμη μικροσυνοικία.

Λάκκος της Μεσαριάς ο : Είναι το ρέμα (λάκκος, στην τοπική γλώσσα) που ξεκινάει από την πηγή «Καρκάννη», ρέει προς τα κάτω χωρίζοντας τις συνοικίες «Μεσαριά» και «Ράχη» και πορεύεται προς το ποτάμι, όπου εκβάλλει σχεδόν στο ίδιο μέρος με το ρέμα «Ντρουμάκος».

Λακκούλια τα : Το μέρος διαρέεται από πολλά μικρά ρέματα. Η ονομασία είναι υποκορ. του τοπικού «λάκκος» (= ρέμα, χείμαρρος).

Λεσ(ι)νίτσα η | Λισ(ι)νίτσα η : Η ονομασία παραπέμπει στα παλ. Σλ. ljesjnj (= αλσώδης) και ljesina (= δένδρα) < παλ. Σλ. ljesj (= άλσος, δασάκι, Βουλγ. les) + Σλ. κατάληξη -ica, οπότε αποδίδεται ως «Άλσωμα | Συστάδα δένδρων». Συναφές το παλ. Σλ. ljeşnikj/lişnikj (= στυράκινος – λεπτοκαρένιος, φουντουκένιος) και το Αλβ. lis-i (= δρυς, βαλανιδιά). Σχετικό και το όνομα του χωριού «Λεσινίτσα» Ιωαννίνων. Όρα και «Λέσιντσα/Λέσνιτσα» στη Μόλιστα [27].

Λιβάδ(ι) το : Χαμηλόσταθμη θέση Β από το «Λάκκο της Μαλνίτσας», που είναι λιβάδι κατάλληλο για βοσκή αιγοπροβάτων.

Λίπονο το : [Στο Λίπονο] Είναι τοποθεσία με αγρούς στα Ν του χωριού, σχεδόν στα σύνορα της κοινοτικής έκτασης. Εδώ αφθονεί το φυτό «φλαμουριά» (= φιλύρα, τιλία, τοπικά «φιλιουριά/φέλιουρας»). Ερμηνεύεται ως «Φιλυριώνας | Τόπος με τιλίες», από το επιχώριο «λίπα» (= φιλύρα, τιλία, παλ. Σλ. lipa) < Λατ. liber/luber (= φιλύρα, φλοιός φιλύρας, παλ. Σλ. lup/lub).

Λουκάς ο : Χαμηλή τοποθεσία κοντά στο «Λάκκο της Μαλνίτσας» ΒΔ του χωριού. Είναι κτητορωνυμία και δείχνει ότι ανήκε σε κάποιον ονόματι Λουκάς.

Μαλνίτσα η : [Στ’ Μαλνίτσα] Θέση που κείται Β του χωριού, από όπου πορίζεται τη βασική δίαιτα νερού το ομώνυμο ρέμα, δηλ. ο «Λάκκος τ’ς Μαλνίτσας». Κατά τα λεγόμενα των εντοπίων, εδώ υπήρχε παλιά μικρός οικισμός, οι κάτοικοι του οποίου μετοίκησαν υστερότερα στο σημερινό χωριό. Αυτήν την μικροσυνοικία την έλεγαν «Μαλνίτσα», δηλ. «Μικρούλα», από το Σερβ. málno (= μικρό, βραχύ, ολίγο) και Βουλγ. máljk (= μικρός, παλ. Σλ. mjeljkj) < παλ. Σλ. malj (= μικρός, παύρος, ολίγος, βραχύς) + Σλ. τέρμα -ica.

Μαντρί το : Στην τοποθεσία τούτη, που κείται υψηλά πάνω από το χωριό προς το βουνό «Γύφτισσα» και είναι χλοερός λειμώνας, κάθε καλοκαίρι έστηναν μαντρί, δηλ. «στρούγκα» όπως τη λένε οι επιχώριοι.

Μάραντο το : [Στο Μάραντο/Μαράντο] Περιοχή υψηλόσταθμη και δασωμένη. Και στον Ίσβορο [13] απαντάται «Μάραντος | Αμάραντος», ως δεύτερο όνομα του εκεί υπάρχοντος βουνού «Καμενίκος», επειδή σ’ αυτό φυτρώνει το γνωστό φυτό «αμάραντος» (= αρχ. Ελλ. «αείζωον», Λατ. sempervivo).

Μελίσσια τα : Μέρος στα Δ του χωριού όπου εύρισκαν σμήνη μελισσών στις κουφάλες των δένδρων.

Μελισσομάντρ(ι) το : Φαίνεται πως σε τούτη τη θέση κάποιος μελισσουργός τοποθετούσε πολλές μαζί κυψέλες μελισσών, τις οποίες περιέφρασσε, εν είδει μαντριού, για προστασία από αρκούδες.

Μεσαριά η : [Στ’ Μεσαριά/Μισαριά] Είναι και σημαίνει τη μεσαία και μεγαλύτερη γειτονιά του χωριού, η οποία κείται ανάμεσα στο «Λάκκο της Μεσαριάς» και στο ρέμα «Ντρουμάκος», καθώς και μεταξύ των δύο άλλων συνοικισμών του χωριού που ονομάζονται «Γκάλινα» και «Ράχη». Ομοίως «Μεσαριά» λέγεται, για παρόμοιο λόγο, και ο μεσαίος οικισμός της Μόλιστας [27].

Μουσιάδ(ι)κα τα : Μέρος που κείται Ν του χωριού λίγο ψηλότερα από τη θέση «Έλια». Είναι κτητορωνυμία, λόγω της κτητορικής κατάληξης «-άδικα». Το υπαρκτό γένος Μούσιος είχε εδώ τα χωράφια του. Το επώνυμο αυτό απαντάται και στην Μπλήζιανη [28].

Μπάντ(ι)να η : [Στ’ν Πάντ’να > Στ’ Μπάντ’να] Περιοχή χαμηλόσταθμη, παρά τον ποταμό Σαραντάπορο, ΝΔ του χωριού, με αναβλύζοντα νερά και ασταθές έδαφος, λόγω καταπτώσεων/κατολισθήσεων, όπως και στην γειτονική θέση «Ντέρτη». Ερμηνεύεται ως «Κατάπτωση | Υδατόπτωση», από τα παλ. Σλ. padina (= υδατόπτωση, Βουλγ./Σερβ. pad), padanije/padenije (= πτώση, κατάπτωση), padati (= πέφτω, πίπτω, Βουλγ. padam) > Σερβ. pad (= πτώση, ανάβρυση). Όρα ίδια τοπωνυμία στη Σέλτση [41].

Μπολιάνα η | Μπουλιάνα η : [Στ’ν Πολιάνα > Στ’ Μπολιάνα/Μπουλιάνα] Είναι εκτεταμένη περιοχή Ν του χωριού, με ομώνυμη κορυφή (1.276 μ) και πολλά ομαλά ξέφωτα, εκτεινόμενη και πίσω από το βουνό στο μέρος του χωριού Μόλιστα [27]. Σημαίνει «Ομαλό Ξέφωτο», από το παλ. Σλ. poljana/polje (= πεδίο, πεδιάδα, κάμπος) > Σερβ./Βουλγ. poljana (= ομαλό ξέφωτο σε δάσος, Ρουμ. poiana). Η τοπωνυμία υπάρχει και στην Πυρσόγιαννη [39]. Ιδέ και «Νταλιόπολη» στη Σταρίτσιανη [42].

Μπόμπολ(η) η : [Στου Μπόμπολου > Στ’ Μπόμπολ’ > η Μπόμπολ’] Το μέρος κείται χαμηλότερα από τη συνοικία «Γκάλινα» και σε επαφή με το ρέμα «Ντρουμάκος». Δείχνει και είναι κτητορωνυμία, από κάποιον με επώνυμο ή παρωνύμιο Μπόμπολος, τελείως άγνωστος τώρα, που θα είχε εδώ κτήματα.
Στην επιχώρια γλώσσα «μπομπόλια» (= κόκκοι δημητριακών, κυρίως αραβοσίτου, που βρασμένοι και ζαχαρωμένοι προσφέρονται στις γιορτές) και Σερβ. bubulja (= σαρκώδης καρπός ή κόκκος), Ρουμ. bobul (= κόκκος, σπυρί), όλα εκ του Βενετ. boba (= σφαιροειδές βλήμα, όλμος). Εξ αυτού δεν δύναται να προκύψει πειστική ερμηνεία.

Μπούρτζουλ(η) η : [Στ’ Μπούρτζουλ’ > η Μπούρτζουλ’] Περιοχή υποκείμενη της θέσης «Ροσινιάδες» με νοτισμένο έδαφος και μεγάλη πηγή νερού. Δείχνει και είναι κτητορωνυμία, από κάποιον με επώνυμο ή παρωνύμιο Μπούρτζουλος, παντελώς άγνωστος τώρα, ο οποίος θα είχε χωράφια εδώ.
Επειδή είναι υγρότοπος, πιθανώς να σημαίνει «Νερόβρεχτη | Κάθυγρη», απλολογία του σωστού «Μπουτζούρτζουλη > Μπούρτζουλη», από το τοπικό «μπου» (= νερό, αρχ. Ελλ. «βρυν», Λατ. bua) + τοπικό «τζουρτζούλ(ι)» (= μούσκεμα, διάβροχα) < Αλβ. xurxull (= μουσκίδι) και qull (= μουσκεύω, καταβρέχω).

Νερόμυλος ο | Μύλος ο : [Στου Νηρόμ’λου | Στου Μύλου] Ο μεγάλος υδρόμυλος του χωριού, στην αριστερή όχθη του Σαραντάπορου ποταμού.

Ντέρτ(η) η : [Στ’ν Τέρτ’ > Σ’ Ντέρτ’] Είναι το μέρος εκείνο όπου τώρα υπάρχει η μεγάλη κατολίσθηση της ασφαλτοστρωμένης εθνικής οδού, ΝΔ του χωριού. Η τοποθεσία εκτείνεται και στο χώρο της Μόλιστας [27]. Εδώ ο ποταμός Σαραντάπορος στενεύει και παλιά υπήρχε κρεμαστή ξύλινη γέγυρα, η γνωστή «Γέφυρα Ντέρτη». Όλη η έκταση είναι ρηγματωμένη και κατολισθαίνουσα, που έρπει προς το ποτάμι, όπως ακριβώς και η γειτονική «Μπάντ(ι)να». Αυτό το χαρακτηριστικό ονομάτισε τον τόπο. Ερμηνεύεται ως «Κατολίσθηση | Μετατόπιση», από το θέμα tjrt-/tert- του Βουλγ. tjrtja (= ξαμολιέμαι, ξεχύνομαι, δρομαίως φεύγω) < παλ. Σλ. tjerjati (= σεύω, εκδιώκω) > Σερβ. terati (= διώχνω, εκδιώκω – εξωθώ, σπρώχνω – μετατοπίζω – ελαύνω).
Εκ του Αλβ. derdhë-a (= χύση, χύσιμο), εννοείται υγρών, θα μπορούσε να προκύψει παρόμοια ερμηνεία, αν ληφθεί μεταφορικώς, δηλ. ότι χύνεται το έδαφος, όπως π.χ. στην τοπωνυμία «Παλιχύματα» στη Μόλιστα [27].
Από το τοπικό «ντέρτι» (= στενοχώρια) και το Σερβ. dert (= μέριμνα, φροντίδα, μέλημα) < Τουρκ. dert (= δεινοπάθημα, ταλαιπωρία, παράπονο, σκοτούρα, θλίψη), δεν μπορεί να προκύψει λογική ερμηνεία.

Ντισνίτσα η | Ντισλίτσα η : Θέση επικλινέστατη στα ΝΔ του χωριού, υπερκείμενη της θέσης «Ντέρτη». Αποδίδεται ως «Ασθμαίνουσα | Αγκομαχούσα», λόγω της ανηφοριάς που είχε το διερχόμενο από εδώ μονοπάτι που ένωνε το χωριό με την «Γέφυρα Ντέρτη», από το θέμα dişjn- του παλ. Σλ. dişjnj (= ασθμαίνων, πνευστιών, αγκομαχών, φυσαλέος), dişanije (= αναπνοή, πνοή) > Σερβ. disati (= αναπνέω) + Σλ. κατάληξη -ica. Ιδέ και «Ντίσινο» στο Κεράσοβο [17].

Ντούρος ο : [Στ’ Ντούρου] Το μέρος είναι υδατοβριθές και υπήρχε εκεί «βυρός/ βουρός» (= λάκκος/δεξαμενή συγκέντρωσης νερού για άδρευση), γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν να ερμηνευτεί ως «Σκληρός», από το Λατ. durus (= σκληρός, στερεός).
Από το ίδιο θέμα, αποδίδεται ως κτητορωνυμία, αναφερόμενη σε κάποιον με επώνυμο ή παρωνύμιο Ντούρος, παντελώς άγνωστος τώρα, που θα είχε εκεί κήπους. Ιδέ ομοιόσημο «Ντουραλή» στο Κεράσοβο [17].

Ντρουμάκος ο : [Στο Ντρουμάκο > Στο Ντουρμάκο] Είναι το βαθύ ρέμα που χωρίζει τις συνοικίες «Γκάλινα» και «Μεσαριά», το οποίο λίγο χαμηλότερα ενώνεται με το ρέμα «Κοστανίκος/Γκοστανίκος». Η κατάληξη παραπέμπει σε ελληνικό θέμα. Από τα αρχ. Ελλ. «δρόμος» (= τρέξιμο, το τρέχειν, Λατ. dromos, Ρουμ./Βλαχ. drum) και «δρομαίως» (= τρεχάτα, γοργά), αποδίδεται ως «Τρεχάτος | Γοργός | Ταχύς», όπως και είναι στη ροή του, λόγω έντονης κλίσης.

Όρασια η : [Στ’ν Όρασια > Σ’ Νόρασια] Τοποθεσία μεσόσταθμη Β από το «Λάκκο της Μαλνίτσας» με απέραντη θέα προς την κοιλάδα του ποταμού Σαραντάπορου. Σημαίνει «Πανόραμα | Θέαση», από το Ελλ. «όραση» (= το βλέπειν).

Ορασιούλα η : [Στ’ν Ορασιούλα > Σ’ Νορασιούλα] Είναι μια περιοχή που κείται απέναντι από τη θέση «Όρασια» και χωρίζεται από αυτήν από το «Λάκκο της Μαλνίτσας». Και από εδώ η θέαση προς το ποτάμι είναι απεριόριστη, γι’ αυτό η ονομασία είναι υποκορ. της «Όρασια».

Παλιόστρουγγα η : Μέρος Β του χωριού, στο οποίο άλλοτε τακτικά λειτουργούσε στάνη. Στην τοπική γλώσσα «στρούγγα/στρούγκα» (= ξυλόπηκτο από χάρακες και κλάδους κυκλικό μαντρί, αρμεγώνας αιγοπροβάτων, στο οποίο λειτουργεί και τυροκομείο, Αλβ. strunga, Βουλγ. stjrga, Βλαχ. strunga) < μσν Ελλ. «στρούγκα» (= στάνη αιγοπροβάτων) < Λατ. stringo (= σφίγγω, στράγγω – δρέπω, μαζεύω – συνεκδοχικά αρμέγω, αμέλγω).

Παντσοί οι : [Στ’ς Παντσούς] Είναι μια απάνεμη περιοχή σε μικρή σχετικά απόσταση από το χωριό και σε ΝΔ κατεύθυνση. Εξηγείται ως «Λεκάνες | Δεξαμενές | Γούβες», από τα παλ. Σλ. panica/panicije (= λεκάνη, πατάνη – δεξαμενή) > Σερβ. panica (= ξύλινο πινάκιο), αν εκεί υπήρχαν κάποτε τέτοιες, (βούρες/βυρούς, τις λένε αλλού), όπου μάζευαν νερό για πότισμα των παρακείμενων χωραφιών.

Παπαγιάνν(η)ς ο : [Στ’ Παπαγιάνν’] Υποπεριοχή της τοποθεσίας «Ντέρτ(η)», όπου θα είχε κτήμα κάποιος Παπαγιάννης.

Παπαλαέν(η) η : [Στ’ν Παπαλαέν’ > Σ’ Μπαπαλαέν’] Πρόκειται για απόμακρη περιοχή Ν του χωριού, σε μεγάλο υψόμετρο και με αρκετά ξέφωτα, η οποία εκτείνεται και πέραν των κοινοτικών ορίων, στο χώρο της Μόλιστας [27]. Αποδίδεται ως «Καψάλα», από το λαϊκό νέο Ελλ. «πάπαλα» (= αποκαΐδια) < παλ. Σλ. popaljenije (= έμπρηση, πυρκαϊά) < παλ. Σλ. paliti (= φλέγω, καίω), με αφομοίωση του Ο σε Α, όπως και στην τοπωνυμία «Παπασίμ(η)» στο Κάντσικο [15]. Ιδέ ομοιόσημο «Καψάλια» στο Κάντσικο [15] και «Πάλεσι» στο Πληκάτι [37].
Η φωνητική ερμηνεία «Στου παπά Λαένη» δεν αποδίδει τίποτε, ούτε και σώζεται στο χωριό κάποιος σχετικός μύθος, ενώ είναι ανύπαρκτο το όνομα Λαένης.

Πέστ(η) η : [Στ’ν Πέστ’ | Σ’ Peşt’ > Σ’ Μπέστ’ | Σ’ Beşt’] Θέση απόκρημνη κοντά στο ποτάμι με πολλά εδαφικά ξεκόμματα. Στην τοπική γλώσσα «πέστ(η)» (= γκρεμός), εκ του Ελλ. «πίπτω/πέφτω/έπεσα», και αυτό ίσως σημαίνει η ονομασία.
Άλλη ισόκυρη ερμηνεία είναι «Σπηλιά», από το παλ. Σλ. peştj/peşterj (= σπέος, σπήλαιο, Ρουμ. peştera), εφόσον εκεί υπάρχει κάποιο μικρό σπήλαιο. Ιδέ και «Πέστερη» στη Βούρμπιανη [2].

Πλαϊνή η : [Στ’ν Πλαϊνή > Σ’ Μπλαϊνή] Εκτεταμένη πλαγιά ΝΑ του χωριού, σε μεγάλο υψόμετρο, κοντινή στην κορυφή «Γύφτ(ι)σσα». Η ονομασία σημαίνει «Πλάγια | Πλαγινή».

Πλαϊνόπολ(η) η | Πλα(ν)ινόπολ(η) η : Είναι ένα υψηλόσταθμο ίσωμα. Αποδίδεται είτε ως «Πλαϊνό πεδίο», είτε ως «Ορεινό πεδίο», από το Σλ. planina (= όρος, βουνό – δάσος) + παλ. Σλ. polje/poljana (= πεδίο, κάμπος). Η πρώτη ερμηνεία υστερεί, λόγω μίξης αλλοεθνών λέξεων. Ιδέ «Μπολιάνα», και «Νταλιόπολη» στη Σταρίτσιανη [42].

Πλακαριά η : Εδώ υπάρχουν μεγάλοι πλακοειδείς σχιστόλιθοι χρήσιμοι στην επικάλυψη στεγών και την επίστρωση αυλών ή αλωνιών, γι’ αυτό και ονομάστηκε έτσι από τους χωριανούς.

Πλάσ(η) η : [Στ’ν Πλάσ’/Plaş > Σ’ Μπλάσ’/Blaş] Χαμηλόσταθμη και σχετικά ομαλή πλαγιά στα ΒΔ του χωριού, στα αριστερά της εκβολής του ρέματος «Κοστανίκος/ Γκοστανίκος» στον Σαραντάπορο ποταμό, με αρκετά χωράφια άλλοτε. Από εδώ διερχόταν η κατά μήκος του ποταμού κύρια οδός επικοινωνίας. Ιδέ σχόλιο στην τοπωνυμία «Γιοφύρια». Εγγύτερα γραμματικά είναι το θέμα plaş- του παλ. Σλ. plaşati (= φοβίζω, τρομάζω, πτοώ, σκιάζoμαι, πτύρομαι, Βουλγ. plaşa, Σερβ. plaşati). Εξ αυτού θα αποδιδόταν ως «Φοβερή | Τρομερή». Πιθανώς, θα ήταν λημέρι ληστών που λυμαίνονταν το πέρασμα του Σαραντάπορου ποταμού.
Από το Αλβ. plasj-e (= σχισμή, ρωγμή, Αλβ. çarë-a) θα προέκυπτε λογική ερμηνεία, αν η θέση είχε γεωλογικά ρήγματα, κατά το ομοιόσημο «Κρυτσιάρ(η)/Γκρυτσιάρ(η)» στο Κάντσικο [15]. Φωνητικά, όμως, υστερεί, επειδή απουσιάζει στην εκφορά το δασύφωνο Ş .

Πουρί το : Εδώ, στα Ν του χωριού, υπάρχει πέτρωμα μαλακό, το οποίο οι επιχώριοι ονομάζουν «πουρί» (= πωρόλιθος, Λατ. tofus) < αρχ. Ελλ. «πώρος». Όρα ίδια τοπωνυμία στη Βούρμπιανη [2].

Ράβ(ι)ν(η) η : [Στ’ Ράβν’] Επίπεδη σχετικά έκταση με αμπέλια, μεσαίας στάθμης, ΝΔ του χωριού. Εξηγείται ως «Επίπεδη | Ομαλή», από το παλ. Σλ. ravjna (= πεδινή, ομαλή, ίσια, επίπεδη, Σερβ./Βουλγ. ravna) > Σερβ. ravnina (= επίπεδη επιφάνεια). Ιδέ ομοιόσημη «Μιτσιουράβνιανη» στην Πυρσόγιαννη [39].

Ράχ(η) η : [Στ’ Ράχ’] Είναι η Ν συνοικία του χωριού. Κείται πάνω σε μια υψηλή ράχη από όπου υπάρχει εξαίρετη θέα του υπόλοιπου χωριού και του όλου χώρου. Εξ αυτού του λόγου πήρε και την ονομασία της. Ιδέ ομώνυμη συνοικία «Ράχη» στη Στράτσιανη [43] και Ίσβορο [13].

Ράχ(η) του Μάζ(η) η : [Στ’ Ράχ’ τ’ Μάζ’] Ράχη στα Β του χωριού σχετιζόμενη με κάποιον με επώνυμο Μάζης, άγνωστο πλέον στο χωριό.

Ρίζος Μπέζας ο : [Στ’ Ρίζου Μπέζα] Εδώ ο βλαχοποιμένας που ονομαζόταν Ρίζος Μπέζας έβοσκε στα καταπράσινα λιβάδια τα κοπάδια του. Επί πολλά έτη μίσθωνε την έκταση από την κοινοτική αρχή και έτσι ταυτίστηκε το όνομά του με τη θέση. Ιδέ ομοιόσημα «Μπεζού(ι)κα» στη Βούρμπιανη [2].

Ρόιδ(η) η : Θέση κατάφυτη με βελανιδιές σε μεγάλο υψόμετρο, στα όρια με το γειτονικό χωριό Μπλήζιανη [28] στο οποίο κατά το πλείστον ανήκει. Δείχνει και είναι φυτωνυμία. Σε κάποια μεγάλη αγριοτριανταφυλλιά, που θα ήταν κάποτε εδώ, οφείλεται το όνομα. Αποδίδεται ως «Ροδωνιά», από το αρχ. Ελλ. «ροδή» (= τριανταφυλλιά, Λατ. rosa). Όρα ομοιόσημη «Τρανταφλιά» στο Κάντσικο [15], καθώς και «Ροδίμι» στο Λεσκάτσι [22].

Ρόμπουλο το : Υψηλόσταθμη θέση Α του χωριού, πευκόφυτη. Είναι φυτωνυμία, από το τοπικό «ρόμπουλο» (= είδος πεύκου, η πεύκη η λευκόδερμος, Αλβ. rrobull-i) < Λατ. rubellus (= ερυθρός), λόγω της πολλής ρητίνης που έχει. Θα ξεχώριζε κάποιο μεγάλο τέτοιο πεύκο, εξού και η ονομασία.

Ροσ(ι)νιάδες οι : [Στ’ς Ροσ’νιάδες] Έκταση στα ΝΔ του χωριού, κάθυγρη με πολλές αναβρύσεις νερού και ως εκ τουτου χλοερότατος λειμώνας, όπου υπάρχουν καλλιέργειες, κήποι και αμπέλια. Αποδίδεται ως «Δροσιές», με την έννοια του χλοερού τόπου, από το Ελλ. «δρόσος» (= δροσιά, ρανίς, ψεκάς, Λατ. ros, παλ. Σλ. rosa, Βουλγ. rosá) > «δροσινός» (= δροσερός, νοτισμένος, τρυφερός, παλ. Σλ. rosjnj), όπως ακριβώς από το αρχ. Ελλ. «λιβάς» (= σταλαγμός, σταγόνα, ροή) προέκυψε το «λιβάδιον» (= κάθυγρος τόπος). Ιδέ και «Ρουσίδα» στη Βούρμπιανη [2].

Ρόσ(ι)ν(η) η : [Στ’ Ρόσ’ν’] Άλλη χλοερότατη θέση με αναβλύσεις νερού. Αποδίδεται ως «Δροσινή», όπως ακριβώς και οι «Ροσ(ι)νιάδες».

Ρ(ου)μάν(ι) το : [Στου Ρ’μάν’] Πυκνοδασωμένη περιοχή υψηλότερα και ΝΑ του χωριού, προς το βουνό «Γύφτισσα». Το αδιαπέραστο δάσος ονομάτισε τον τόπο, οπότε ερμηνεύεται ως «Λασιώνας | Πυκνό δάσος», από το επιχώριο «ρ(ου)μάνι» (= πυκνό δάσος, λασιώνας) < Τουρκ. orman (= δάσος). Όρα και «Μαυρορούμανο» στη Βούρμπιανη [2].

Σαΐν_ράχ(η) η : [Στ’ Σαΐν’ ράχ’] Σε τούτο το πολύ επικλινές μέρος, που κείται ΝΔ του χωριού και σε χαμηλή στάθμη, συχνά αιωρούνται αρπακτικά πτηνά και αυτό έδωσε το όνομα στον τόπο. Αποδίδεται ως «Γερακορράχη», από το τοπικό «σαΐνι» (= είδος ευκίνητου γερακιού) < Τουρκ. sahin (= είδος γερακιού).

Σέμτ(η) η : Άλλη δεύτερη ονομασία της τοποθεσίας «Πλάσ’/Μπλάσ’», απ’ όπου περνούσε η κατά μήκος του Σαρανταπόρου κύρια οδός επικοινωνίας. Αποδίδεται ως «Οδός | Δρόμος | Μονοπάτι», από το Λατ. semita (= στενή οδός, μονοπάτι, οδός). Σχετικό το τοπικό «σέμ(ι)/σέμπ(ι)» (= στενή λωρίδα ανάμεσα σε χωράφια, ανήκουσα εξ ημισείας σ’ αυτά, που χρησιμεύει ως πέρασμα). Ιδέ σχόλιο στην τοπωνυμία «Γιοφύρια».

Σέργ’ς οι : [Στους Έργους > Στ’ς Έργ’ς > Στ’ Σέργ’ς > οι Σέργ’ς] Τοποθεσία στα Δ και σχετικά σιμά στο χωριό, με αμπέλια και σιταροχώραφα. Εδώ είναι τώρα κτισμένο το εξωκλήσι «Άι Παντελεήμονας». Αποδίδεται ως «Λωρίδες αγρού», από το τοπικό «έργος» (= στενόμακρη λωρίδα αγρού που σκάπτουν ή θερίζουν οι αγρότες). Ιδέ ανάλογο λεκτικό πάθημα στην τοπωνυμία «Σκήπ’ς». Όρα ομοιόσημα «Λουριά» στην Πυρσόγιαννη [39] και Βούρμπιανη [2].

Σιάδια τα : Ομαλή περιοχή και καλό λιβάδι προβάτων στα Ν του χωριού. Είναι συνήθης τοπωνυμία στα Μαστοροχώρια, προκύπτουσα από το Ελλ. «ίσος/ίσιος».

Σιαπουτέτσ(ι) το : Περιοχή κειμένη Ν του συνοικισμού «Ράχη». Εδώ αναβλύζουν πολλά νερά και υπήρχε παλιότερα κάνναλη/ποτίστρα. Στην τοπική γλώσσα «σιαποτούρα» (= πολύ νερό που πέφτει σε ποτιστική κάνναλη ή λάκκο) < Ελλ. «διαποτίζω» > Σλ. şopot (= τάφρος με νερό – ύδατα) και Βλαχ. şoputu (= κρουνός, βρύση). Είναι σύνηθες τοπωνύμιο και απαντάται στα Μαστοροχώρια με διάφορες παραλλαγές, π.χ. «Σιαπουτό» και «Σιαπουτίκο» στο Κάντσικο [15], «Σιέπιτο» στη Σέλτση [41].

Σίνιο το : [Στο Σίνιο] Μέρος κείμενο υψηλότερα από τους γκρεμούς της θέσης «Πέστη». Μάλλον το έδαφός του έχει έντονη μαυριδερή χρώση, γι’ αυτό ονομάστηκε έτσι, δηλ. «Μαύρο | Σκοτεινό», από το παλ. Σλ. sinj (= πελιδνός, μέλας, αμαυρός, Σερβ. sinj, Βουλγ. sino) > Σερβ. sinjav (= υπόφαιος) < ίσως από τους «Σίνες» (= Κινέζοι), οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τη μαύρη μελάνη (την λεγόμενη σινική) στα μελανόχρωμα ποικίλματα των αγγείων πορσελάνης (τα ονομαζόμενα κινέζικα) στα οποία εξειδικεύονταν. Όρα ομοιόσημη «Σκούρλια», καθώς και «Μελανίτσα» στο Κεράσοβο [17].

Σκάλα η | Σκάλες οι : Απότομος ανήφορος με γκρεμούς και ελικοειδή ατραπό υψηλότερα από τον ποταμό Σαραντάπορο, στα όρια με το χωριό Μπλήζιανη [28], καθώς και παρόμοια τοποθεσία πάνω από τη θέση «Ντέρτη». Έτσι λένε οι αυτόχθονες παρόμοιες δύσβατες τοποθεσίες από τις οποίες περνούν μονοπάτια, εκ του παλ. Σλ. skalá (= βράχος, γκρεμός, απορρώξ) < Λατ. scala (= κλίμαξ, αναβάθρα, σκάλα). Είναι συνήθης τοπωνυμία στα Μαστοροχώρια.

Σκήπ’ς η : [Στους Κήπους > Στ’ς Κήπ’ς > Στ’ Σκήπ’ς > η Σκήπ’ς] Η θέση «Κήποι/ Κηπάρια» κοντά στο χωριό. Όρα ίδιο λεκτικό μετασχηματισμό στην τοπωνυμία «Σέργ’ς».

Σκούρλια η : [Στ’ Σκούρλια] Τοποθεσία μεσόσταθμη, σχεδόν στα όρια με το γειτονικό χωριό Μπλήζιανη [28]. Θρυλείται ότι υπήρχε εδώ μικροοικισμός, που συγχωνεύτηκε με το σημερινό χωριό. Η μαυριδερή όψη του εδαφικού υλικού που εμφανίζει σκουρίλα είναι το αίτιο της ονομασίας. Αποδίδεται ως «Σκοτεινή | Κελαινή», από το νέο Ελλ. «σκουρίλα» και «σκούρα» < Λατ. obscurulla/obscura (= αμαυρή, κελαινή, σκοτεινή). Ιδέ ομοιόσημο «Σίνιο».

Σούκαλ(η) η : [Στ’ Σούκαλ’] Είναι τοποθεσία υψηλόσταθμη που κείται Β της συνοικίας «Γκάλινα» και πάνω από τη θέση «Τούμπα». Η προσπέλαση γίνεται με πολύστροφο ανηφορικό μονοπάτι που έχει πολλούς επάλληλους ελιγμούς (κλώσματα, στην τοπική γλώσσα). Εξ αυτού ονοματίστηκε η θέση με την έννοια «Στροφή | Έλιξη», από το παλ. Σλ. sukalj (= στροφή, κλώσμα) < παλ. Σλ. sukati (= συστρέφω, κλώθω).

Σουρβιές οι : [Στ’ς Σουρβιές] Είναι φυτωνυμία. Η τοποθεσία κείται NΔ του χωριού, σχεδόν στα όρια με την έκταση του χωριού Μόλιστα [27], στο οποίο και μερικώς ανήκει. Η «σουρβιά» είναι το αγκαθωτό δένδρο σόρβος ο ήμερος, αρχ. Ελλ. «όα/οία», Λατ. sorbus. Φαίνεται πως εδώ υπήρχαν παλιότερα πολλά τέτοια δένδρα. Είναι σύνηθες στα Μαστοροχώρια, π.χ. στην Πυρσόγιαννη [39], Μπλήζιανη [28], Βούρμπιανη [2].

Σουρτσ(ι)κό το : [Στο Σουρτσ’κό] Μέρος, ΝΔ του χωριού, όπου το έδαφος εμφανίζει είτε τεφρή, είτε σκωριώδη απόχρωση, όπως ακριβώς και στο γειτονικό «Σίνιο». Αποδίδεται ως «Βαθύτεφρο | Σκωριώδες», δηλ. ό,τι περίπου και η «Σκούρλια», από το παλ. Σλ. surj (= σταχτός, λευκόφαιος – ιώδης, σκωριώδης, μουντός) > Σερβ. sur (= βαθύτεφρος) + Σλ. επιθετική τοπωνυμική κατάληξη –şko/-sko.

Στίκοβο το | Στύκοβο το : Η ράχη και η ευρύτερη έκταση της θέσης όπου είναι κτισμένο το εξωκλήσι του «Άι Λιά», στα Δ/ΝΔ του χωριού. Η κατάληξη προοιωνίζει σλάβικο θέμα.
Από το Βουλγ. ştik (= λόγχη), συγγενές του Γερμ. Stich/Stecken (= σούβλισμα, κέντημα, σουβλιά, νυγμός), ερμηνεύεται ως «Μέρος με λόγχες», δηλ. κάτι παρόμοιο με το τοπωνύμιο «Μέτσοβο» στους Χιονιάδες [47]. Αυτό φανερώνει ότι άλλοτε, κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, ήταν λημέρι ληστών ή στρατιωτική θέση φύλαξης.
Η δεύτερη γραφή ερμηνεύεται ως «Τόπος με ήχο | Ηχηρό μέρος», από το θέμα stuk- του ηχοποίητου παλ. Σλ. stukj/ştukj (= ήχος, ψόφος, κρότος, θόρυβος) + Σλ. επιθετική κατάληξη –ovo, με τροπή του U σε Υ.
Το παλ. Σλ. sjtjkati/istjkati (= συνυφαίνω, εξυφαίνω, Βουλγ. sjtjka) δεν μπορεί να δώσει λογική ερμηνεία.

Τούμπα η : [Στην Τούμπα > Σ’ν Τούμπα > Σ’ Ντούμπα] Περιοχή Β της συνοικίας «Γκάλινα», όπου είναι και το εξωκλήσι «Άι Χριστόφορος». Καθώς η ονομασία δείχνει, υπήρχε εδώ εμφανής τύμβος, Λατ. tumba, δηλ. τάφος με υψηλό σωρό χώματος επάνω του, εν είδει μικρού γηλόφου. Ίσως το εξωκλήσι να σχετίζεται με αυτό. Τέτοιο εύρημα δεν υπάρχει, ούτε και μαρτυρείται τώρα, πιθανόν όμως να υπήρχε πάλαι ποτέ. Όρα ίδια τοπωνυμία στη Μόλιστα [27] και Σέλτση [41].

Τσιάφ(η) η : [Σ’ Τσιάφ’ ] Είναι πολύ ανήλια περιοχή ΝΔ του οικισμού «Ράχη», όπου η πάχνη αργεί να φύγει, λόγω του ότι δεν τη βλέπει ο ήλιος. Ερμηνεύεται ως «Πάχνη», από το τοπικό «τσιάφη» (= πάχνη, στίβη, Αλβ. caf-i) < αρχ. Ελλ. «τεάφη» (= θείον, θειάφι), καθ’ ομοίωση προς το παλ. Σλ. slana (= πάχνη) < παλ. Σλ. slani (= αλατισμένος).

Τσιλιμιγκάδ(ι)κο το : Πρόκειται για μέρος με βρύση και μεγάλο χωράφι που ανήκει στο υπαρκτό γένος Τσιλιμίγκας. Βρίκεται σε μεγάλο υψόμετρο, Α του χωριού προς το βουνό «Γύφτ(ι)σσα». Το επώνυμο Τσιλιμίγκας υπάρχει και στο Κάντσικο [15].

Τσιούκα η | Τζιούκα η : Το ύψωμα ανάμεσα στις σχετικώς ίσιες περιοχές «Σέργ’ς» και «Ράβινη». Αποδίδεται ως «Κορυφή», από το επιχώριο «τσιούκα» (= κορυφή βουνού ή λόφου συνήθως απόκρημνη, Αλβ. çukë-a, Σερβ. çuka). Ίδια τοπωνυμία υπάρχει στην Κόνιτσα [18], Πυρσόγιαννη [39], Σέλτση [41].

Φρύκος ο | Φρίκος ο : [Στ’ Φρύκου/Φρίκου] Η πρώτη γραφή αυτής της μεσόσταθμης τοποθεσίας, που κείται σε μικρή σχετικά απόσταση από το χωριό και Β αυτού, πλησιόχωρα με τη θέση «Τούμπα», με την οποία λειτουργικά πρέπει να σχετίζεται, σημαίνει «Οχύρωμα», από το αρχ. Ελλ. «φύρκος» (= οχύρωμα, τείχος), με αναγραμματισμό. Ιδέ και οικωνύμιο Φούρκα [45].
Η δεύτερη γραφή ανάγεται στο αρχ. Ελλ. «φρίκος/φρίκη/φριξ» (= φόβος, τρόμος, θρησκευτικός φόβος, Ρουμ. frică), οπότε αποδίδεται ως «Φοβερός | Τρομερός», δηλ. ίσως κάτι ανάλογο με την «Πλάσ’/Μπλάσ’».
Από το παλ. Σλ. frjkj (= φτερό, πτίλο) δεν προκύπτει κάποια λογική εξήγηση.
Υπάρχει και η λόγια γραφή «Φιρίκος», η οποία παραπέμπει σε κυριωνυμία. Κάποιος με επώνυμο Φιρίκος είχε κτήματα εδώ και εξ αυτού προέκυψε η ονομασία. Κανένας πλέον στο χωριό δε θυμάται αυτό το επίθετο.

Χαρίτος ο | Χαρίτου η : [Στ’ Χαρίτου > η Χαρίτου] Περιοχή στα ΝΑ του χωριού με χωράφια. Δείχνει και είναι κυριωνυμία. Κάποιος Χαρίτος/Χαρίτωνας είχε δικαιώματα σε τούτο το μέρος. Γι’ αυτόν δεν ξέρουμε περισσότερα. Όρα ίδια τοπωνυμία στο Κάντσικο [15].

Χειμαδιά τα : Χαμηλόσταθμη τοποθεσία κείμενη λίγο ψηλότερα από τον επί του ποταμού Σαρανταπόρου «Νερόμυλο», όπου ξεχείμαζαν τα αιγοπρόβατά τους οι κτηνοτρόφοι χωριανοί.

Χούν(η) η : [Στ’ Χούν’] Στενό πέρασμα είναι η θέση αυτή. Αποδίδεται ως «Φαράγγι», από το νέο Ελλ. «χούνη» (= χοάνη, χωνί – φαράγγι).

Χρηστάδ(ι)κα τα : Είναι σαφώς κτητορωνυμία, λόγω της κατάληξης «-άδικα». Εδώ είχε κτήματα το γένος Χρήστου, εξού και η ονομασία.